![]() |
|||
Ομιλία της Ελένης Αυλωνίτου στην επιστημονική ημερίδα «Η Ασκηση σαν Μέσο Προστασίας της Υγείας, στους Επαγγελματίες και Ερασιτεχνικά Αθλούμενους», με θέμα
"Η άσκηση ως μέσο πρόληψης της οστεοπόρωσης"
Κέντρο
ξιφασκίας, 4 Οκτωβρίου 2007
Η οστεοπόρωση
είναι πάθηση που χαρακτηρίζεται από
ελάττωση της οστικής μάζας και αλλοίωση της
μικροαρχιτεκτονικής του οστίτη ιστού, με
αποτέλεσμα τα οστά να γίνονται πιό
εύθραυστα και
επομένως να αυξάνεται ο κίνδυνος
καταγμάτων.
Η οστεοπόρωση
δεν είναι όπως πιστεύεται ένα γεροντικό
νόσημα, αντίθετα μπορούμε ακόμα και να τη
θεωρήσουμε μιά παιδιατρική αρρώστια,
καθώς μπορεί να ξεκινάει και εξελίσσεται
από τη παιδική ηλικία.
Είναι μιά
ύπουλη πάθηση επειδή εξελίσσεται χωρίς
συμπτώματα μέχρι τη στιγμή που θα προκληθεί
κάποιο κάταγμα Οι γυναίκες είναι πιό
ευάλωτες από τους άνδρες, σε αναλογία 8 προς
1. Αυτό σημαίνει ότι θα παρουσιάσουν
σημαντική ελάττωση της οστικής τους
πυκνότητας και θα υποστούν αναίτια
κατάγματα με όλες τις κοινωνικές και
οικονομικές και οικογενειακές συνέπειες (εγχειρήσεις,
νοσηλεία, φυσικο-θεραπευτική αποκατάσταση,
ταλαιπωρία, κ.α.).
Τα
οστεοπορωτικά κατάγματα προσβάλλουν
συνήθως τους σπονδύλους (συμπιεστικά
κατάγματα), τα ισχία, το περιφερικό τμήμα
της κερκίδας, αλλα μπορούν να εμφανισθούν
σε οποιοδήποτε οστούν. Μόνο στις ΗΠΑ τα
περιστατικά της ασθένειας ανέρχονται σε 20%
στην ηλικία των 45-50 και φθάνουν τα 90% στην
ηλικία των 75 και άνω. 1.2 εκατομμύρια.
κατάγματα σημειώνονται το χρόνο ως
αποτέλεσμα της οστεοπόρωσης με ετήσια
κόστη νοσηλείας 7-10 δισεκατομμύρια δολλάρια.
Μόνο το 1/3 των
καταγμάτων των ισχίων ξανακερδίζουν τη
λειτουργικότητα που είχαν πριν το κάταγμα
ενώ πολλές αδυνατούν να περπατήσουν
ανεξάρτητα ή να εκτελέσουν τις καθημερινές
τους δραστηριότητες.. Υπολογίζεται ότι το 20%
των γυναικών που υποφέρουν από κάταγμα
ισχύου θα πεθάνουν ως άμεση συνέπεια του
κατάγματος.
Τα οστά
απαρτίζονται από ευέλικτες ίνες κολλαγόνου
που επενδύονται από μικροκρυστάλλους
ασβεστίου και άλλων μεταλλικών στοιχείων
όπως φωσφώρου και μαγνησίου, αυξάνοντας
έτσι τη στερεότητά τους και δημιουργώντας
ένα περιβάλλον που εξυπηρετεί τη στήριξη,
τη κίνηση του σώματος και την προστασία
ευαίσθητων οργάνων του οργανισμού, την
παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων, αλλά και την
αποθήκευση μεταλλικών αλάτων.
Τα οστά
λειτουργούν σαν τράπεζες αυτών των ουσιών,
ιδιαίτερα του ασβεστίου και του φωσφώρου.
Τα αποθηκευμένα αυτά άλατα αποθηκεύονται
στο αίμα ως ιόντα και διατίθενται εκεί που
χρειάζονται. Οι καταθέσεις και αναλήψεις
αυτών των ουσιών στα οστά είναι ένα
αδιάκοπο φαινόμενο συνεχούς ανοικοδόμησης.
Στο σκελετό του ενήλικου το παλαιό οστούν
αντικαθίσταται συνεχώς με νέον οστούν, με
ρυθμό που αντιστοιχεί σε 25% κατ’ έτος. Το
οστούν προσαρμόζεται στο ερέθισμα ενός
φορτίου πίεσης ή στην έλλειψή του,
συνθέτοντας ή καταστρέφοντας ιστό σε ένα
αδιάκοπο συνεχιζόμενο κύκλο
αναβολισμού και καταβολισμού του οστού.
Στη
διαδικασία της συνεχούς οστικής ανανέωσης,
ειδικές ομάδες κυττάρων, κατόπιν οδηγιών
του νευρικού συστήματος, "γκρεμίζουν"
και "χτίζουν" συνεχώς, με αποτέλεσμα σε
5-7 χρόνια ένα οστούν να είναι εξ' ολοκλήρου
ανανεωμένο. Οι "χτίστες" ονομάζονται “στεοβλάστες”
και οι "γκρεμιστές" λέγονται οστεοκλάστες.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι έστω και μικρή
ανισορροπία σε αυτόν τον μηχανισμό
ανοικοδόμησης, οδηγεί μακροπρόθεσμα σε
μεγάλες αλλαγές στην οστεϊκή πυκνότητα και
περιεκτικότητα σε ασβέστιο.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν την
λειτουργία των οστεοβλαστών και
οστεοκλαστών που χρειάζονται για τη συνεχή
ανακατασκευή του οστού είναι ορμονικοί
και μηχανικοί.
Τα οστά
διακρίνονται σε δοκιδώδη και συμπαγή.
Τα πρώτα αποτελούν το 25% της ολικής οστικής
μάζας, αλλά η συνολική επιφάνεια που
καλύπτουν υπερβαίνει αυτή των συμπαγών ενώ
είναι και μεταβολικά περισσότερο ενεργά.
Οταν η
οστεοκλαστική δραστηριότητα του οστού
είναι μεγαλύτερη της οστεοβλαστικής
δραστηριότητας, οι επιπτώσεις διακρίνονται
περισ-σότερο στα δοκιδώδη οστά.
Η απώλεια της οστικής μάζας που
παρατηρείται και στα δύο φύλα με την ηλικία
είναι το αποτέλεσμα προοδευτικής λέπτυνσης
των οστικών δοκίδων που οφείλεται στη
μείωση της λειτουργίας των οστεοβλαστών.
Αντίθετα, η ταχύτατη απώλεια οστού μετά
την εμμηνόπαυση συνδέται με αυξημένη
δραστηριότητα των οστεοκλαστών. Καθώς
ελαττώνονται τα οιστρογόνα οι οστεοκλάστες
γίνονται όλο και πιό δραστήριοι, εισδύουν
πολύ βαθιά μέσα στις οστικές δοκίδες και
τις διαβρώνουν.
Κατά την
εμμηνόπαυση η απώλεια της οστικής μάζας στα
δοκιδώδη οστά είναι 3πλάσια από αυτής στα
συμπαγή. Συνεπώς τα κατάγματα των σπονδύλων
και της λεκάνης (δοκιδώδη οστά) είναι πιό
συχνά.
Ως εκ τούτου, η απώλεια της οστικής
μάζας (ΟΜ) με την ηλικία συνδέεται με τη
μείωση των οστεοβλαστών ενώ η απώλεια της
ΟΜ με την εμμηνόπαυση συνδέεται με την
αυξημένη δραστηριότητα των οστεοκλαστών.
Οι γυναικείες
ορμόνες και δη τα οιστρογόνα ενισχύουν τα
οστά να είναι συμπαγή βοηθώντας τον
οργανισμό να απορροφήσει ασβέστιο. Αν το
διαιτολόγιο είναι φτωχό σε ασβέστιο τότε
διάφορες ορμόνες που συμβάλλουν στο να
διατηρείται σταθερό το επίπεδο του
ασβεστίου στο αίμα μας, δανείζονται την
ανάλογη ποσότητα από τα οστά, ώστε να μην
σταματήσει η παροχή του ασβεστίου στους
ιστούς που είναι ζωτικής σημασίας. Εάν αυτό
συνεχίζεται επί μακρόν τα δόντια και τα
οστά φθείρονται και γίνονται πιό εύθραυστα
και η σπονδυλική στήλη δεν στηρίζεται σωστά.
Ασβέστιο
και μέγιστη οστική πυκνότητα (BMD)
Η απόκτηση
της υψηλότερης δυνατής
οστικής πυκνότητα με το μέγιστο δυνατό περιεχόμενο σε
ασβέστιο, η οποία συντελείται από την
παιδική ηλικία μέχρι την ηλικία των 25
χρόνων, παίζει πολύ μεγάλο ρόλο για την
πιθανότητα εμφάνισης της ασθένειας στη
μετάπειτα ζωή.
Ως εκ τούτου,
πρέπει να αποτελεί πρωταρχική μας φροντίδα
κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Με αυτό το
δεδομένο, η οστεοπόρωση παίρνει διαστάσεις παιδιατρικού
νοσήματος, που εκδηλώνεται σε μέση και
γεροντική ηλικία.
Οι γυναίκες που αποκτούν χαμηλή κορυφαία
οστική πυκνότητα στη νεαρή τους ηλικία
μέχρι το 250 έτος της ηλικίας τους
έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να
παρουσιάσουν οστεοπορωτικά κατάγματα.
Μία στις 3 γυναίκες στην περίοδο της
εμμηνόπαυσης εμφανίζουν να απέκτησαν
μειωμένη κορύφωση οστικής πυκνότητας (BMD)
στη νεαρή τους ηλικία και είναι υποψήφιες
να υποστούν οστεοπορωτικά κατάγματα.
Παράγοντες
που επηρεάζουν την μέγιστη οστική
πυκνότητα είναι:
·
τα
γονίδιά (60-80%)
·
το
επίπεδο ορμονών στο σώμα.
·
Στις
γυναίκες αυτή τα οιστρογόνα στους άντρες
είναι τεστοστερόνη.
·
η
άσκηση
·
τη διατροφή (ελλειπής
σε ασβέστιο, πλούσια σε πρωτεΐνες)
·
η κύηση πριν τα 18
·
τα διάφορα νοσήματα (άσθμα, ανορεξία,
διαβήτης, υποθυρεειδισμός, ρευματοειδής
αρθρίτιδα κ.α.).
Ο κυριότερος παράγων κινδύνου για
απώλεια οστικής μάζας είναι η ηλικία.
Απώλεια οστικής μάζας με την ηλικία
συμβαίνει σε:
- σε όλες τις
θέσεις του σκελετού
- σε όλες τις
ανθρώπινες φυλές
- και στα δύο
φύλα.
Μετά την ηλικία 30 ή 35 ο οστίτης ιστός
αρχίζει να αραιώνει με αποτέλεσμα η
συνολική οστική μάζα να μειώνεται. Αν η
διαδικασία αυτή προχωράει σχετικά αργά, δεν
προκαλεί κανένα πρόβλημα υγείας. Αν όμως τα
οστά χάνουν γρήγορα την πυκνότητά τους,
τότε περνάμε στη φάση της οστεοπενίας (μειωμένη
οστική πυκνότητα από –1.0 έως 2.5 SD),
η οποία εξελισσόμενη χρονικά καταλήγει σε οστεοπόρωση
(μειωμένη οστική πυκνότητα
> από –2.5 SD
+ απώλεια σύνδεσης και συνοχής του οστού).
Γενικά το πρόβλημα εμφανίζεται με
συμπτώματα όπως μείωση του αναστήματος,
περιοδοντίτιδα, πόνοι στην κάτω πλευρά της
πλάτης.
Ωστόσω, ο
τύπος της απώλειας οστικής μάζας διαφέρει
ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες αφού
στις γυναίκες παρατηρείται σημαντική
επιτάχυνσή της μετά την εμμηνόπαυση.
Μέχρι την
ηλικία 35-45 ετών ο ρυθμός μείωσης της οστικής
μάζας είναι παρόμοιος και γαι τα δύο φύλα,
δηλαδή απώλεια 0,3% το χρόνο.
Ομως, ο ρυθμός
αυτός ενώ συνεχίζεται για τους άνδρες,
καθώς η ανδρική ορμόνη τεστοστερόνη δεν
μειώνεται τόσο ξαφνικά γρήγορα όσο τα
οιστρογόνα, οι γυναίκες που μπαίνουν στην
εμμηνόπαυση χάνουν από 2-5% της οστικής τους
μάζας ανά έτος για τα επόμενα 10 χρόνια.
Ενα 20% αυτών
γυναικών μπορεί να εμφανίσουν απώλεια από
5-8% ετησίως και να εμφανίσουν οστεοπόρωση με
την εμμηνόπαυση.
Επομένως, μετά την ηλικία η εμμηνόπαυση
αποτελεί δεύτερο σημαντικό παράγοντα για
επιτάχυνση του ρυθμού απώλειας οστού. Η
οστεοπόρωση είναι λοιπόν μία
αντιφεμινιστική ασθένεια.
Μετά από την
ηλικία των 75 χρόνων και οι άνδρες και οι
γυναίκες έχουν μεγαλύτερη απώλεια οστού,
ειδικά στο ισχίο. Ομως αυτό πλέον είναι
μέρος της διαδικασίας της γήρανσης.
Παράγοντες
που ευνοούν την οστεοπόρωση
Εκτός από την
ηλικία και το φύλο, όπου οι γεννητικές
ορμόνες παίζουν καθοριστικό ρόλο στο ρυθμό
μείωσης της οστικής πυκνότητας, έχει βρεθεί
ότι διάφοροι άλλοι
παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο για
οστεοπόρωση όπως:
Γενετικοί
οικογενειακό
ιστορικό, κληρονομικότητα
σωματική
διάπλαση (κάτω από 58 kg), υπερβολικά
λεπτός σκελετός και δέρμα
τύπος
ανοικτόχρωμος (ξανθά μαλλιά με γαλανά μάτια
με λεπτή επιδερμίδα και χαμηλό υποδόριο
λίπος).
κάπνισμα,
περισσότερα από 20 την ημέρα
περιορισμένη
σωματική δραστηριότητα (έλλειψη άσκησης)
βάρος σώματος
μη
τεκνοποίηση, ή κύηση και γαλουχία σε ηλικία
μικρότερη των 18 χρόνων.
πρόωρη
εμμηνόπαυση, πριν τα 40 έτη
χρόνια
αμηνόρροια
καθυστερημένη
εμμηναρχή
δυσανεξία στο
γάλα
περιορισμένη
λήψη ασβεστίου σε όλη τη διάρκεια της ζωής
κατανάλωση
αναψυκτικών καφέ και τσαγιού (περισσότερα
από 4 φλυτζάνια την ημέρα)
υπερβολική
χρήση οινοπνεύματος (τοξικό στην ανάπτυξη
των οστεϊκών κυττάρων.
συστηματικά πλούσια διατροφή σε ζωϊκές πρωτεΐνες
ψυχογενής ανορεξία
βρογχικό ασθμα
σύνδρομο Cushing
νεανικός διαβήτης τύπου Ι
υποθυρεοειδισμός
γενετικές ορμόνες
διαταραχές γαστρεντερικής
και ηπατικής λειτουργίας
ρευματοειδής αθρίτιδα
αιμολυτική και μεσογειακή
αναιμία
ατελής οστεογένεση
οικογενής υπερασβεστιουρία
θυρεοειδικές ορμόνες
γλυκοκορτικοειδή
χημειοθεραπεία
ωοθηκεκτομή
αντιεπιληπτικά φάρμακα
λίθιο
ηπαρίνη
Στη
βιβλιογραφία υπάρχουν διάφορες έρευνες με
ποικίλα αποτελέσματα υπέρ της δυνατής
συσχέτισης μεταξύ της μυϊκής δύναμης και
της οστικής πυκνότητας.
Η δύναμη των
οστών εξαρτάται όχι μόνον από την οστική
μάζα αλλά και από την ποιότητα και
αρχιτεκτονική τους, έτσι ώστε η μέτρηση του
οστικού περιεχομένου δίνει μερικές
πληροφορίες για την ευθραυστότητα των
οστών. Η απώλεια οστικής δύναμης με την
ηλικία είναι μεγαλύτερη από αυτή που μπορεί
να εξηγηθεί με την απώλεια οστικής μάζας
και η διαφορά αυτή αποδίδεται και στην
απώλεια οστικής συνέχειας και σύνδεσης της
συμπαγούς ουσίας του οστού.
Σε μία έρευνα
εξετάσθηκε η μέγιστη μυïκή δύναμη σε
μεταεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με και χωρίς
οστεοπόρωση και βρέθηκε ότι ότι η δύναμη
στη κάμψη του στήθους ήταν 20% μεγαλύτερη και
με υψηλότερη οστική πυκνότητα στις
γυναίκες χωρίς οστεοπόρωση, σε σχέση με τις
γυναίκες με οστεοπόρωση, οι οποίες
παρουσίασαν μικρότερη δύναμη
και με χαμηλότερη οστική πυκνότητα. Ως
εκ τούτου η μυϊκή δύναμη σχετίζεται με την
οστική πυκνότητα σε κάποιο βαθμό.
Σε άλλη
έρευνα του ΕΚΑΕ σε συνεργασία με το
εργαστήριο της Πυρηνικής Φυσικής του Παν/μίου
Αθηνών ( Αυλωνίτου Ε. Και Γεωργίου Ε., 1997)
εξετάσθηκε μεταξύ των άλλων η μυϊκή ισχύς
του ώμου σε σχέση με την αγωνιστική απόδοση
κολυμβητών υψηλού επιπέδου με την οποίαν
σχετίζεται θετικά (r = 0.62) και βρέθηκε
ότι η μυϊκή ισχύς της ωμικής ζώνης
σχετίζεται με την ηλικία (r = 0.72), το οστικό περιεχόμενο σε άλατα (r = 0.62) και τη μυϊκή μάζα σώματος (r
= 0.49).
Ως εκ τούτου, το οστικό περιεχόμενο σε
ασβέστιο είναι σημαντικός παράγων στη
μυϊκή ισχύ, η οποία σχετίζεται με την
αγωνιστική απόδοση.
Πολλές
αθλήτριες που αγωνίζονται σε Εθνικό
επίπεδο δύσκολα συμβιβάζονται με την ιδέα
να μειώσουν τη προπόνησή τους ή να πάρουν
βάρος, προκειμένου να αποκαταστήσουν την
περιοδικότητα του κύκλου τους, γιατί αυτό
αντιτίθεται στην αθλητική τους απόδοση.Αλλωστε
η αμηνόρροια τους διευκολύνει να
προπονούνται ή να αγωνίζονται πιό άνετα.
Ομως, πρέπει
να τονισθεί πως η αμηνόρροια μόνο
ταυτόχρονα σε συνδυασμό με χαμηλό σωματικό
βάρος των αθλητριών συνδέεται με μείωση του
οστικού περιεχομένου σε άλατα και ως εκ
τούτου με μείωση της οστικής μάζας.
Αθλήτριες
δρόμου μεγάλων αποστάσεων με αμηνόρροια
που παρέμειναν αμηνορροικές μετά από 15
μήνες έχασαν τα 3.4% της πυκνότητας των οστών
της σπονδυλικής τους στήλης ενώ αθλήτριες που
επανήλθαν γρηγορότερα σε κανονικό κύκλο
και υποστηρίχθηκαν με συμπληρώματα
ασβεστίου αύξησαν τη πυκνότητα των οστών
τους σε 6.3%. (Drinkwater, 1986).
Η λύση είναι
λοιπόν «άσκηση χωρίς αμηνόρροια» ενώ η
στήριξη και διατήρηση της αντοχής των οστών
μπορεί να υποβοηθιέται από συμπληρώματα
ασβεστίου των 1500 mg την ημέρα.
Η επιτάχυνση
της απώλειας οστών της σπονδυλικής στήλης
συνδεόμενη με την μείωση των οιστρογόνων
την περίοδο αυτή οδήγησε πολλούς ερευνητές
να δουν το ρόλο της άσκησης στις γυναίκες
40-60 χρόνων. Ενδεικτικά ευρήματα έχουν ως
εξής:
·
Αθλούμενες γυναίκες από 40-55
χρόνων είχαν υψηλότερη τιμή οστικού
περιεχομένου σε οργανικά άλατα στα οστά της
οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, σε
σχέση με αθλούμενες της ίδιας ηλικίας. (Jacobson
et.al., 1984).
·
Αθλούμενες γυναίκες 35-65
χρόνων για 4 χρόνια σε δυναμικό πρόγραμμα
αεροβικής γυμναστικής ηλικίας παρουσίασαν
ρυθμό απώλειας οστικού περιεχομένου σε
οργανικά άλατα σημαντικά χαμηλότερο, σε
σχέση με μη αθλούμενες αντίστοιχης ηλικίας
(Smith
et.al., 1989).
·
Διάφορες έρευνες
καταδεικνύουν τη σημασία της
τακτικής άσκησης στη διατήρηση των
οργανικών στοιχείων των οστών κατά τη
διάρκεια της εμμηνόπαυσης και πολύ
αργότερα. Η τακτική, αλλά μέτρια από άποψης
έντασης, άσκηση μειώνει την απώλεια της
οστικής μάζας με την ηλικία και σε πολλές
περιπτώσεις μπορεί να αντιστρέψει ως ένα
βαθμό τη διαδικασία της ηλικιακής οστικής
απώλειας. Ωστόσω, δεν καταδεικνύεται
ερευνητικά ότι η
άσκηση μπορεί να ανακόψει την γρήγορη
απώλεια της οστικής μάζας κατά τη διάρκεια
της 5ετίας που ακολουθεί τη περίοδο της
εμμηνόπαυσης.
·
Το μηχανικό ερέθισμα της
μεταφοράς φορτίου πάνω στα οστά, δια μέσου
της άσκησης είναι αυτό που επιδρά θετικά
στην οστική μάζα, αλλά η ένταση, συχνότητα
και διάρκεια δεν μπορούν να προσδιορισθούν
επακριβώς. Η ποιότητα της μυϊκής δραστη-ριότητας
παίζει σημαντικότερο ρόλο από την ποσότητα.
·
Οποιαδήποτε δραστηριότητα,
όπως γυμναστική, προπόνηση μυϊκής
ενδυνάμωσης, αθλητικά παιχνίδια, περπάτημα
θα πρέπει να έχει διάρκεια από 20-60 λεπτά για
τουλάχιστον 3 φορές την εβδομάδα.
·
Εντατική άσκηση αντοχής σε
μεγαλύτερες ηλικίες πάνω από 70 χρόνια θα
ήταν επιζήμια για την υγεία των οστών, καθώς
συνδέεται με σημαντική απώλεια οστικής
μάζας. Για να επιτευχθεί προστασία της
οστικής μάζας από επιτάχυνση του ρυθμού
απώλειάς της δεν χρειάζεται ούτε αποχή
από άσκηση αλλά και ούτε υπερβολικά έντονη
άσκηση. Το επιθυμητό αποτέλεσμα
κατορθώνεται με τακτική μεν, αλλά ήπιας
έντασης άσκηση, σύμφωνα με την υποκειμενική
αντίληψη του ηλικιωμένου ατόμου.
Αποτελεί
η άσκηση μέσον πρόληψης της οστεοπόρωσης;
Η άσκηση
παίζει καθοριστικό ρόλο ως μέσον πρόληψης
της οστεοπόρωσης, καθώς μπορούμε να
απαντήσουμε θετικά στα εξής ερωτήματα: